Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2008

Η μάχη Μίθιας στον Ψηλορείτη, 5 Σεπτεμβρίου 1944

Η μάχη Μίθιας στον Ψηλορείτη, 5 Σεπτεμβρίου 1944

Από το βιβλίο του Γεωργίου Κάββου Γερμανοϊταλική κατοχή και Αντίσταση Κρήτης 1941-1945

Το πρωί της 5 Σεπτεμβρίου 1944 και πριν από την ανατολή του ηλίου ανεχώρησαν από τη Μίθια ο Τομ Νταμπάμπιν, ο Εμμ. Κελαϊδής, Εμμ. Παπαδογιάννης, Μιχ. Ξυλούρης ή Χριστομιχάλης, παπάς Ιωάννης Σκουλάς ή Παπαγιάννης και μερικοί ένοπλοι, για να πάνε στη Μονή Αρκαδίου, όπου επρόκειτο να γίνει παγκρήτια σύσκεψη της ΕΟΚ στην οποία να πάρουν μέρος ο αρχηγός Γεωργ. Πετρακογιώργης, ο στρατιωτικός υπεύθυνος του Νομού Ρεθύμνης αντισυνταγματάρχης Χρήστος Τζιφάκης και άλλοι αντιπρόσωποι από τους Νομούς Χανίων, Ηρακλείου και Λασιθίου και στην οποία επρόκειτο να συζητηθεί η ενοποίηση της αντιστάσεως και η συνεργασία όλων των Ενόπλων Ομάδων της ΕΟΚ και του ΕΛΑΣ.

Την ίδια ώρα ανεχώρησαν από τη Μίθια ο στρ/κος διοικητής Ηρακλείου αντ/ρχης Ανδρέας Νάθενας συνοδευόμενος από το στρατιώτη Ελευθέριο Χαιρέτη ή Κατσουφολευτέρη και τον Τηλέμαχο Χαιρέτη και πήγαν στην τοποθεσία Πρίνος της περιοχής Ασιτών, όπου βρισκόταν η μάντρα του Ευριπίδη Χαιρέτη, με κατεύθυνση προς την επαρχία Μαλεβιζίου, για να συναντηθεί με τη Νομαρχιακή Επιτροπή της ΕΟΚ Ηρακλείου και ν’ αναλάβει επισήμως τα καθήκοντα του στρατιωτικού υπεύθυνου του νομού.

Στο λημέρι της Ανεξάρτητης Ομάδας Ανωγείων, παρέμεινε ο λοχαγός Γεώργιος Κάββος, επιτελάρχης Αντάρτικων Ομάδων Ψηλορείτη, ο οποίος σύμφωνα με τις αποφάσεις της συσκέψεως της Μίθιας θα άρχιζε τη στρατιωτική οργάνωση των ομάδων Ψηλορείτη των οργανώσεων Ε.Ο.Κ και ΕΛΑΣ αρχίζοντας από την Ομάδα Ανωγείων.

Πριν να ανατείλει ο ήλιος, είχαν ξυπνήσει μερικοί άνδρες της ομάδας Ανωγείων και παρασκεύαζαν συσσίτιο (βραστό κρέας) κοντά στην εκκλησία του Αγίου Μάμα, όπου δίπλα κοιμόταν ο λοχαγός Γεώργιος Κάββος, τον οποίο ξύπνησαν, για να τους προσφέρουν λίγο κρέας από τη σπάλα του αρνιού (κουτάλα) που κρατούσε ο γέρος Σταύρος Μανουράς, που αφού μελέτησε τα σημάδια της σπάλας κατά το κρητικό έθιμο, φώναξε: “Θεόψυχα μου και κυκλωμένους μας έχουν οι Γερμανοί”. Ολοι οι παρευρισκόμενοι γύρω από το καζάνι γέλασαν γιατί δεν πίστεψαν ότι οι Γερμανοί ήταν δυνατόν να βγουν στη Νίδα.

Δεν πέρασαν όμως δύο λεπτά και ένας αντάρτης ερχόμενος από την κατεύθυνση της εκκλησίας φώναξε δυνατά: “οι Γερμανοί στο Κορίτσι”, θέση που βρισκόταν 1000 μέτρα ανατολικά της Μίθιας.

Αμέσως ο Γεώργιος Κάββος πήρε τα κυάλια του και πήγε στη γωνιά της εκκλησίας, απ’ όπου μπορούσε να βλέπει τη θέση “Κορίτσι” και διαπίστωσε ότι γύρω από το πηγάδι του Κοριτσιού, βρίσκονταν 180-200 Γερμανοί, όπως υπολόγισε, δύναμη που αντιστοιχούσε με μια διλοχία.

Κατόπιν ερεύνησε το χώρο μεταξύ της Μίθιας και του Κοριτσιού και είδε ότι σε απόσταση 300 μέτρων από το λημέρι ανέβαιναν 5-6 Γερμανοί ακροβολιστές. Τη στιγμή που ακούστηκε η φωνή “Γερμανοί στο Κορίτσι” ξύπνησαν οι άνδρες της ομάδας που κοιμώνταν ακόμα και χωρίς να καταλάβουν τι συνέβαινε υπέστησαν σύγχυση και πανικό και πολλοί έτρεχαν προς την αντίθετη κατεύθυνση που ήταν οι Γερμανοί, προς τη Νίδα.

Ο λοχαγός Γεώργιος Κάββος γνωρίζοντας ότι ο αρχηγός της ομάδας Μιχ. Χρ. Ξυλούρης ή Χριστομιχάλης είχε αναχωρήσει για τη Μονή Αρκαδίου, ανέλαβε πρωτοβουλία.

Αντιλήφθηκε ότι με τις συνθήκες εκείνης της στιγμής δεν ήταν δυνατόν να αντιτάξει καμία αντίσταση κατά των Γερμανών που πλησίαζαν στη θέση Μίθια και φώναξε δυνατά: “Είναι ζήτημα τιμής να πάρουμε και να σώσομε τον τραυματία, να συμπτυχθείτε στο Πυργάκι”.

Αμέσως πήραν τον τραυματία του σαμποτάζ της Δαμάστας Εμμ. Σπινθούρη ή Νταμπακομανώλη από την εκκλησία όπου βρισκόταν, και με ένα πρόχειρο φορείο οι Χριστόδουλος Σμπώκος, Κων/νος Β. Κεφαλογιάννης ή Κουντόκωστας, Νικηφόρος Καλλέργης και μερικοί άλλοι κινήθηκαν προς δυσμάς, αλλά γρήγορα το φορείο έσπασε και τον μετέφεραν στις πλάτες ο ένας μετά τον άλλο στο ύψωμα Πυργάκι και από εκεί σε κοντινή σχιμή εδάφους (ταυκάκι), όπου ήταν ασφαλής. Ενώ απομακρύνονταν οι άνδρες που μετέφεραν τον τραυματία και ήσαν έτοιμοι ν’ απομακρυνθούν οι τελευταίοι, ο λοχαγός Γεώργιος Κάββος και ο Νικόλαος Σταυρακάκης ή Αεροπόρος, έπεσαν και εξεράγησαν τρία βλήμματα όλμου κοντά τους και τα χώματα και οι πέτρες τους σκέπασαν, χωρίς να τραυματιστούν, και υποχώρησαν και αυτοί στο ύψωμα Πυργάκι.

Τις εκρήξεις των βλημμάτων και τους Γερμανούς που βρίσκονταν στο “Κορίτσι” αντιλήφθηκε ο βοσκός Εμμ. Φασουλάς ή Στιβακτομανώλης που ήταν και ένοπλος του ΕΛΑΣ και έτρεξε στη θέση Τσουνιά και ειδοποίησε τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ Ιωάννη Ποδιά, ο οποίος, αντί να παραμείνει στη θέση που βρισκόταν μαζί με την Ανεξάρτητη Ομάδα Ανωγείων, να κυκλώσουν τους Γερμανούς και να τους αναγκάσουν να παραδοθούν, πήρε τους 9 ενόπλους που είχε μαζί του και αφήκε στα Τσουνιά τους άοπλους αντ/ρχη Εμμ. Θεοδωράκη, τον πολιτικό καθοδηγητή δικηγόρο Κων/νο Μαμαλάκη, το Γύπαρη Κων/νου Μανουρά ή Ζωνό, τον Εμμ. Βλαντά ή Καραντινό, το Γεώργιο Σφακιανάκη και δύο χωροφύλακες και κινήθηκε προς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που βρίσκονταν οι Γερμανοί, και το μεσημέρι έφτασε στη θέση Ασφενταμιά ή Τσιλαθιά, όπου βρισκόταν τμήμα της ομάδας Κρουσώνα με τους Ιωαν. Ανδρεαδάκη και Χαράλαμπο Γιανναδάκη.

Τη νύχτα της 4ης προς 5ης Σεπτεμβρίου 1944 έφτασαν στο χωριό Κρουσώνας τρεις λόχοι γερμανικού στρατού με αυτοκίνητα που έστειλε ο διοικητής του 65 Συντάγματος, που είχε την έδρα του στο Βενεράτο, συντ/ρχης Μπένταμ ύστερα από διαταγή του Βάλτερ Μύλλερ που ήθελε να πληροφορηθεί εάν στη Νίδα βρίσκονταν αντάρτες, γιατί φοβόταν ότι θα προσβάλουν τις γερμανικές φάλαγγες που εκινούνταν από το Νομό Λασιθόιυ με τους Γερμανούς που αποχωρούσαν από εκεί και πήγαιναν στα Χανιά.

Η κύρια αποστολή των τριών γερμανικών λόχων ήταν να εξερευνήσουν τα κρουσανιώτικα βουνά, το Οροπέδιο της Νίδας και τη Β.Α. πλευρά του Οροπεδίου, τα υψώματά του της ορεινής περιοχής, μεταξύ Γωνιών και Ανωγείων και να διαρπάσουν τα αιγοπρόβατα που θα συναντούσαν.

Ο ένας γερμανικός λόχος που προερχόταν από τον Αγιο Μύρωνα κινήθηκε με οδηγό προς τη θέση Πενταχέρι, όπου βρίσκονται πηγάδια και ποτιστήρια αιγοπροβάτων, και έφτασε εκεί με την ανατολή του ήλιου, την ώρα κατά την οποία πότιζαν τα αιγοπρόβατα του ο Εμμ. Σκουλάς ή Μάνωλας και ο Μιχ. Σκουλάς ή Μπεκιάνης βοηθούμενοι από τις δύο μικρές κόρες τους 15-16 χρονών την Ολγα Σκουλά και την Ανδρονίκη Σκουλά.

Μόλις αντιλήφθηκαν τους Γερμανούς, ο Εμμ. Σκουλάς και ο Μιχ. Σκουλάς έφυγαν και άφησαν τις δυο νέες στο ποτιστήρι με τη σκέψη ότι δεν θα τις πείραζαν οι Γερμανοί, οι οποίοι όμως τις συνέλαβαν και πήραν και όλα τα αιγοπρόβατα και επέστρεψαν στον Κρουσώνα και από εκεί στον Αγιο Μύρωνα, όπου τις φυλάκισαν. Οι δύο άλλοι γερμανικοί λόχοι, που δεν είναι γνωστό από ποια Μονάδα προέρχονταν, ζήτησαν από το Γερμανό αξ/κό του Σταθμού Κρουσώνα υπαξ/κό Ριχάρδο Χάαρ και τους προμήθευσε πέντε ζώα στα οποία φόρτωσαν ένα όλμο και πυρομαχικά και κατόπιν ανεχώρησαν πριν από την αυγή και από ημιονικό δρόμο που περνά μέσα από τη στενωπό του Χαλασά και δια του Λαγκού του Βλάχου έφτασε στο Βρωμονερό και επό εκεί την αυγή πήγε στο Πηγάδι Κοριτσιού. Είναι άξιο περιέργειας το ότι, ενώ γίνονταν μεγάλος θόρυβος στον Κρουσώνα κατά τη νύχτα αυτή από την παρουσία 300 Γερμανών και κατά την εξεύρεση των ζώων, δε βρέθηκε κανείς Κρουσανιώτης να τρέξει προς το βουνό και να ειδοποιήσει την αντάρτικη ομάδα του Κρουσώνα, που βρισκόταν στη θέση Ασφενταμιά ή Τσιλαθιά, και τις άλλες ανταρτικές δυνάμεις που βρίσκονταν στη Μίθια και τον ΕΛΑΣ Ηρακλείου που βρίσκονταν στη θέση Τσουνιά. Επίσης, δεν ξέρομε εάν η ομάδα του ΕΛΑΣ Ηρακλείου που βρίσκονταν στη θέση Τσουνιά αντιλήφθηκε τους Γερμανούς, όταν περνούσαν από το Λαγγό του Βλάχου, και για ποιο λόγο δεν ειδοποίησε για την κίνηση των Γερμανών την Ανεξάρτητη Ομάδα Ανωγείων στη Μίθια.

Οι Γερμανοί ακροβολιστές έφτασαν στο λημέρι της Μίθιας, κατέστρεψαν το καζάνι και πυρπόλησαν τις κουβέρτες και ό,τι άλλο βρήκαν. Η λεηλασία του λημεριού κράτησε μια ώρα.

Πήραν τους γυλιούς των αξ/κών και το χαρτοφύλακα του αντ/ρχη Ανδρέα Νάθενα στον οποίο υπήρχαν τοπογραφικοί χάρτες και επέστρεψαν στο “Κορίτσι”. Οταν έφτασε στο Πυργάκι ο λοχαγός Γεώργιος Κάββος, παρατήρησε με τα κυάλια του προς την περιοχή του Οροπεδίου της Νίδας και αντιλήφθηκε ότι το λημέρι δεν είχε κυκλωθεί και δε φαίνονταν πουθενά άλλοι Γερμανοί. Τότε απαγόρευσε στους αντάρτες που ήταν μαζί του, να πυροβολήσουν τους ανιχνευτές και τους διέταξε να παραμείνουν πίσω από το ύψωμα, γιατί σκέφτηκε ότι έπρεπε να επιτεθούν εναντίον των Γερμανών και να τους αιφνιδιάσουν. Αμέσως τράβηξε το πιστόλι του και φώναξε δυνατά: “Πρέπει να κτυπήσομε τους Γερμανούς, όποιος θέλει να ‘ρθει μαζί μου”.

Εικοσιπέντε άνδρες πλησίασαν και συμφώνησαν μαζί του που ήσαν: Νικόλαος Γ. Σταυρακάκης ή Αεροπόρος, Γεώργιος Στ. Δραμουντάνη ή Στεφανογιώργης, Χριστόδουλος Ι. Σμπώκος, Κων/νος Β. Κεφαλογιάννης ή Κουντόκωστας, Κων/νος Ι. Πασπαράκης ή Πετρόκωστας, γιατρός Ιωαν. Α. Σταυρακάκης, Βασίλειος Καλλέργης ή Γαρτζόλης, Βασίλειος Σαβ. Δραμουντάνης ή Σαββοβασίλης, Εμμ. Κοντόκαλος, Εμμ. Δημ. Κεφαλογιάννης ή Πλατυγιάννης, Ιωαν. Κων/νου Σμπώκος ή Κωστακογιάννης, Δημοσθένης Ξυλούόρης, δεκανέας Ανδρέας Νάθενας από Κορφές Μαλεβιζίου, σμηνίτης Εμμ. Μανιαδής από Αστυράκι, χωρ/κας Ιωαν. Χαχλάκης, χωρ/κας Ευαγ. Πετρογιάννης, πέντε Ρώσοι, Νικ. Μπορσώφ, Πέτρος Σμακώφ, Μιχ. Χολιακώφ, Ιωαν. Φαραφωκώφ, Γεωργ. Πετρώφ, Εμμ. Δραμουντάνης ή Μαυριάς.

(Σημείωση: Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας είχε αφήσει ένα κενό για να συμπληρώσει τα ονόματα, που δυστυχώς δεν πρόλαβε).

Από τη θέση Πυργάκι κινήθηκε μια περίπολος με επικεφαλής τον Ιωαν. Κων/νου Σμπώκο ή Κωστακογιάννη με τέσσερις άνδρες, μεταξύ των οποίων ήταν ο σμηνίτης Εμμ. Μανιαδής, προς το λημέρι της Μίθιας, για να ελέγξουν εάν είχαν τοποθετήσει εκεί νάρκες.

Αμέσως ακολούθησαν και οι υπόλοιποι άνδρες της ομάδας καλυμμένοι, ώστε να μην τους βλέπουν οι Γερμανοί και προχώρησαν στο ύψωμα Φουρνί. Μόλις επέστρεψαν οι Γερμανοί ανιχνευτές στο “Κορίτσι”, και η διλοχία κινήθηκε προς τη θέση Αγγουρόλακκος όπου υπάρχει ένα μικρό λεκανοπέδιο, σταμάτησαν και ο διοικητής της διλοχίας ήταν αναποφάσιστος για το δρομολόγιο που έπρεπε ν’ ακολουθήσει, να επιστρέψει στον Κρουσώνα ή να κινηθεί προς την περιοχή των χωριών Γωνιές και Ανώγεια.

Την ώρα αυτή ο λοχαγός Γεώργιος Κάββος που δεν εγνώριζε την περιοχή, ζήτησε πληροφορίες από τα στελέχη των ανταρτών Νικόλαο Σταυρακάκη ή Αεροπόρο, Γεώργιο Δραμουντάνη ή Στεφανογιώργη για τη διαμόρφωση του εδάφους και τον πληροφόρησαν ότι υπάρχει μια βαθειά χαράδρα στη δυτική πλευρά του Αγγουρόλακκου που λέγεται Γαϊδουροπάτημα, απ’ όπου περνά ημιονικός δρόμος στον οποίο μπορούσαν να κινηθούν τα ζώα που είχαν μαζί τους οι Γερμανοί και που οδηγούσε στην περιοχή των Γωνιών ή των Ανωγείων και ότι αυτό ήταν το μοναδικό δρομολόγιο που θα ακολουθούσαν οι Γερμανοί. Τότε ο λοχαγός σκέφτηκε ότι μπορούσε να αποκλείσει τους Γερμανούς, μόλις θα έμπαιναν στη χαράδρα, και μοίρασε τους άνδρες που τον ακολουθούσαν σε δυο ομάδες.

Η μια με επικεφαλής το Νικόλαο Σταυρακάκη ή Αεροπόρο και τους Κων/νο Β. Κεφαλογιάννη ή Κουντόκωστα, που είχε μαζί του οπλοπολυβόλο, τον Εμμ. Δημ. Κεφαλογιάννη ή Πλατυγιάννη γεμιστή του οπλοπολυβόλου, και τους Εμμ. Κοντόκαλο, χωρ/κα Ιωάννη Χαχλάκη, χωρ/κα Ευαγ. Πετρογιάννη, κινήθηκε σχεδόν τρέχοντας και εγκαταστάθηκε στην έξοδο της στενωπού, για να παρεμποδίσει τη διαφυγή των Γερμανών, εάν έμπαιναν στο Γαϊδουροπάτημα. Οι άλλοι άνδρες αποτέλεσαν ομάδα υπό το Γεώργιο Στ. Δραμουντάνη ή Στεφανογιώργη και τους Κων/νο Πασπαράκη ή Πετρόκωστα με οπλοπολυβόλο, Δημοσθένη Ξυλούρη γεμιστή οπλοπολυβόλου, Χριστόδουλο Ιωαν. Σμπώκο, Βασίλειο Σάββα Δραμουντάνη ή Σαββοβασίλη, Ιωάννη Κων/νου Σμπώκο ή Κωστακογιάννη, Βασίλειο Καλλέργη ή Γαρτζόλη, γιατρό Ιωάννη Αναστ. Σταυρακάκη, Εμμ. Δραμουντάνη ή Μαυριά, δεκανέα Ανδρέα Νάθενα, σμηνίτη Εμμ. Μανιαδή ή Τσαπαρλά και οι πέντε Ρώσσοι.

Η δεύτερη ομάδα που την παρακολουθούσε ο λοχαγός Γεώργιος Κάββος κατέλαβε θέσεις μάχης στο ύψωμα Φουρνί σε αραιά διάταξη με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκλείσουν τους Γερμανούς από τη νότια πλευρά του Αγγορόλακκου και να είναι σε θέση να κλείσουν τη στενωπό Γαϊδουροπάτημα, όταν θα έμπαιναν σ’ αυτή οι Γερμανοί.

Μέχρι αυτή τη στιγμή όλες οι κινήσεις των ανταρτών έγιναν με προσοχή και προφυλάξεις και οι Γερμανοί δεν τους είχαν αντιληφθεί, όταν όμως επρόκειτο να κινηθούν από το δεξιό της παρατάξεως των ανταρτών, το ταχυβόλο του γιατρού Ιωαν. Σταυρακάκη έριξε ένα πυροβολισμό και, όταν αργότερα, ρωτήθηκε γιατί πυροβόλησε, δικαιολογήθηκε ότι η σκανδάλη του ταχυβόλου του μπέρδεψε σε ένα θάμνο.

Μόλις οι Γερμανοί άκουσαν τον πυροβολισμό εξεπλάγησαν, γιατί δεν περίμεναν την επιστροφή των ανταρτών που ήσαν έτοιμοι να τους επιτεθούν και να τους καταδιώξουν.

Ο λοχαγός Γ. Κάββος όρθιος πάνω από τη θέση του οπλοπολυβόλου του Κων/νου Πασπαράκη ή Πετρόκωστα αντιλήφθηκε ότι το στοιχείο αιφνιδιασμού είχε χαθεί και διέταξε τον οπλοπολυβολητή και εκτέλεσε πυρά κατά των Γερμανών, αφού καθόρισε κλισιοσκόπιο 250 μέτρα, για να σκοτώσει όσο περισσότερους Γερμανούς μπορέσει στη μέση του Αγγορόλακου, όπου ήσαν όλοι συγκεντρωμένοι. Με τις πρώτες ριπές, που κανείς δεν ξέρει τι αποτέλεσμα έιχαν, οι Γερμανοί διασκορπίστηκαν, κατέλαβαν θέσεις μάχης και προσπάθησαν να αναγνωρίσουν τη θέση απ’ όπου εβάλονταν με το οπλοπολυβόλο των ανταρτών. Εστρεψαν δυο έως τρία οπλοπολυβόλα και έβαλαν καταιγιστικά πυρά στο βράχο της θέσεως Φουρνί, που ήταν ακόμα όρθιος, αναγκάστηκε και έπεσε πρηνηδός, όταν ένας από τους άνδρες που ήταν κοντά του βλαστημώντας του φώναξε, “πέσε κάτω, γιατί θα σε σκοτώσουν”. Συγχρόνως με την έναρξη των πυρών του οπλοπολυβόλου άρχισαν και όλοι οι άνδρες να βάλλουν εναντίον των Γερμανών.

Μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς η ομάδα του Νικ. Σταυρακάκη, έφυγε από τη στενωοπό Γαϊδουροπάτημα και έτρεξε στη δυτική πλευρά του Αγγουρόλακου, απ’ όπου οι άνδρες που την αποτελούσαν άρχισαν πυρά κατά των Γερμανών που βρέθηκαν αποκλεισμένοι από τη δυτική και νότια πλευρά του. Εάν την ώρα αυτή κατά την οποία συνεχιζόταν η μάχη βρισκόταν στη θέση Τσουνιά ο ΕΛΑΣ Ηρακλείου με τον καπετάνιο Ιωαν. Ποδιά και απέκλεισε τους Γερμανούς από τη βόρειο πλευρά του Αγγουρόλακκου και εάν η ομάδα του Κρουσώνα με καπετάνιους τους Ιωαν. Ανδρεαδάκη και Χαραλ. Γιανναδάκη έσπευδαν να καταλάβουν το ύψωμα Μικρή Μαδαρή, οι Γερμανοί θα κυκλώνονταν και ήσαν υποχρεωμένοι να παραδοθούν.

Πάντως, η μάχη συνεχιζόταν και τις πρώτες απογευματινές ώρες βρέθηκαν σε πλήρη σύγχυση, πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε άτακτη φυγή, διαλυμένοι προς το ύψωμα Μικρή Μαδαρή, όπου κατέλαβαν θέσεις μάχης, για ν’ αντιτάξουν μια τελευταία απεγνωσμένη άμυνα, αφού εγκατέλειψαν στον Αγγουρόλακο τον όλμο και κατέστρεψαν με μια χειροβομβίδα που τοποθέτησαν στο σωλήνα του, και πέντε ζώα φορτωμένα με πυρομαχικά, τουφέκια σκοτωμένων και τραυματιών, τους οποίους πήραν μαζί τους, χλαίνες, σακίδια, τους γυλιούς και το χαρτοφύλακα, που είχαν αρπάξει από το λημέρι των ανταρτών, άθικτο. Οι αντάρτες της Ανεξάρτητης Ομάδας Ανωγείων συνέχιζαν τα πυρά και διαρκώς πλησίαζαν προς τους Γερμανούς, χωρίς όμως να μπορούν να τους επιτεθούν στις ψηλότερες θέσεις που ήσαν.

Η μάχη συνεχίστηκε όλο το απόγευμα και στις 6μ.μ. οι Γερμανοί άρχισαν να υποχωρούν ρίχνοντας φωτοβολίδες και σε πλήρη διάλυση έτρεχαν προς την κατεύθυνση του χωριού Κρουσώνας, όπου κατόρθωσαν να συγκεντρωθούν την αυγή, επιβιβάστηκαν στα αυτοκίνητα και επανήλθαν στο Ηράκλειο. Ούτε αυτή την ώρα ο ΕΛΑΣ που βρισκόταν με τμήμα της ομάδας Κρουσώνα στη θέση Ασφενταμιά ή Τσιλαθιά καταδίωξε τους υποχωρούντες Γερμανούς.

Κοντά στο τέλος της μάχης έφτασαν από την κατεύθυνση του Βρωμονερού οι Κρουσανιώτες Δημήτριος Δαμαλάκης και Ιωάννης Γωνιανάκης ή Μανιακογιάννης και πήραν μέρος στη μάχη.

Οι Ανωγειανοί δεν καταδίωξαν τους Γερμανούς στο ύψωμα Μαδαρή, γιατί μέχρι αυτή την ώρα δεν είχαν καμιά απώλεια σε νεκρούς και τραυματίες και θεώρησαν καλό να αρκεστούν στη νίκη τους.

Οταν τελείωσε η μάχη, το τμήμα της Ανεξάρτητης Ομάδας Ανωγείων που πήρε μέρος στη μάχη επέστρεψε στο λημέρι της Μίθιας, όπου έφτασαν και οι άοπλοι του ΕΛΑΣ Ηρακλείου με τους αντ/ρχη Εμμ. Θεοδωράκη και Κων/νο Μαμαλάκη. Για ν’ αποφύγουν απώλειες την τελευταία στιγμή από τους Γερμανούς στρατιώτες τραυματίες, που θα είχαν πιθανόν παραμείνει στο πεδίο της μάχης, δεν επιτράπηκε η εξερεύνηση της περιοχής, αλλά παρ’ όλα αυτά μερικοί αντάρτες πήγαν στον Αγγουρόλακο και περισυνέλεξαν τον κατεστραμμένο όλμο, πέντε ζώνα φορτωμένα πυρομαχικά, μερικά τουφέκια, ίσως τραυματιών ή σκοτωμένων, τους γυλιούς που είχαν πάρει από το λημέρι, το χαρτοφύλακα άθικτο ακόμα, σακίδια των Γερμανών στρατιωτών με καφέ και μπισκότα, ζεύγη αρβύλες και τα έφεραν στο λημέρι.

Οι Γερμανοί είχαν απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες από μαρτυρίες Ηρακλειωτών που είδαν να τους μεταφέρουν σε δύο καμιόνια στο Ηράκλειο από μπαλκόνι σπιτιού στη λεωφόρο Καλοκαιρινού.

Οι αντάρτες δεν είχαν καμία απώλεια ούτε σε νεκρούς ούτε σε τραυματίες. Ολοι μαζί οι Ανωγειανοί συζήτησαν εάν έπρεπε ν’ απομακρυνθούν από το Οροπέδιο της Νίδας, γιατί υπήρχε η πιθανότητα να βληθούν από το γερμανικό πυροβολικό ή ακόμα να σταλούν μεγάλες δυνάμεις, όσο και εάν εθεωρούνταν απίθανο. Συμφώνησαν ότι έπρεπε να απομακρυνθούν προς την επαρχία Μυλοποτάμου και να ειδοποιήσουν τις άλλες αντάρτικες ομάδες του καπετάν Γ. Πετρακογιώργη, Γρηγορίου Χρυσού και του ΕΛΑΣ Ρεθύμνης. Αμέσως στάλθηκαν σύνδεσμοι και τους ειδοποίησαν, όπως και τα γύρω χωριά, για να πάρουν μέτρα ασφαλείας, γιατί κανείς δεν μπορούσε να ξέρει τις αντιδράσεις των Γερμανών και ο λοχαγός Γεώργιος Κάββος έστειλε ένα σημείωμα στη Μονή Αρκαδίου προς τον αρχηγός της Ανεξάρτητης ομάδας Μιχ. Ξυλούρη ή Χριστομιχάλη, στο οποίο έγραφε: “Αγαπητέ Μιχάλη

Περί ώραν 08.30 δύναμις Γερμανών προερχομένη εκ περιοχής Βρωμονερού ενεφανίσθη εις λάκκον Κοριτσιού και ακροβολισθείσα προς Δώματα Μίθιας μας αιφνιδίασαν και δι’ όλμων μας έριξαν εις Περιβόλια και υψώματα Μίθιας και Εκκλησίαν. Παρελάβομεν τον τραυματία και συνεπτύχθημεν εις ύψωμα “Πυργάκι” από όπου μετά λύπης παρακολουθήσαμεν την καταστροφήν των πάντων εις το λημέρι και είναι εξακριβώσωμεν εάν είμεθα κυκλωμένοι πανταχόθεν. Την 11.00 ώρα διεπιστώσαμεν ότι δεν είμεθα κυκλωμένοι και ο εχθρός ανεχώρει, οπότε του επετέθημεν εις Αγγορόλακκον, τους διαλύσαμεν με πολλάς απωλείας, αναγκάσαντες αυτούς να συμπτυχθούν προς Μαδαρήν.

Κατέστρεψαν δυστυχώς τον μοναδικόν όλμον που διέθεταν. Ουδεμίαν απώλεια είχαμεν. Ως λάφυρα κατελάβομεν 5 όνους φορτωμένους με υλικά πάσης φύσεως. Πλείστα εκ των πυρομαχικών περισώσαμεν.

Ειδοποίησα τα χωριά να λάβουν τα μέτρα των τόσο εις Ανώγεια όσον και εις Ζωνιανά και Μαλεβιζιώτικη Ρίζαν.

Ειδοποιήσατε Πετρακογιώργη, μήπως γίνη κύκλωση Πληροφορίας περί θέσεών μας από χωριά όπου συνδέθημεν.

Μίθια 5 Σεπτεμβρίου 1994

Γεώργιος Κάββος

Λοχαγός Πεζικού



Πηγή: http://www.patris.gr/articles/93210/

Δεν υπάρχουν σχόλια: